Picture of Διαχειριστής Πλατφόρμας
Ομιλία της κυρίας Μ. Γιαννάκου με θέμα ««Νέες Προοπτικές για την Εκπαίδευση»
 

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ


ΟΜΙΛΙΑ ΜΑΡΙΕΤΤΑΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ, ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ
 

«Νέες Προοπτικές για την Εκπαίδευση» 
 ΚΥΡΙΑΚΗ 21 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2007

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ: Εκλεκτοί εκπρόσωποι του Διπλωματικού Σώματος, αξιότιμοι κύριοι Γενικοί Γραμματείς, Πρυτάνεις, κύριε Πρόεδρε του αναπτυξιακού προγράμματος Εκπαίδευση και Αρχική Επαγγελματική Κατάρτιση, πριν ένα χρόνο περίπου όταν είχαμε ξαναβρεθεί στην ανάλογη εκδήλωση, είχα κάνει μια μικρή προσπάθεια εγώ να σας πω τι σκοπεύουμε να κάνουμε για την προγραμματική περίοδο 2007-2013.
Πολλά από αυτά τα πράγματα συζητήθηκαν δια μακρόν, το τελευταίο έτος γνωρίζετε καλύτερα ίσως και από εμένα τις συζητήσεις που έγιναν γενικότερα για τις εξελίξεις στο χώρο της εκπαίδευσης. Από την πλευρά μας σαν Διαχειριστική Αρχή το μόνο που έχουμε να πούμε είναι ότι στην πορεία που αυτή τη στιγμή μας έχει καθορίσει η Πολιτική Ηγεσία του Υπουργείου προχωρούμε αταλάντευτοι, με πολύ καλές επιδόσεις σε ότι αφορά την απορρόφηση και την επένδυση των πόρων, έχοντας ξεπεράσει το 60% του επιχειρησιακού προγράμματος.
Στόχος μας είναι να πετύχουμε ότι είναι δυνατόν καλύτερο, προσπαθώντας όπως έχουμε αποτυπώσει στο Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων που έχουμε υποβάλλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να συνδυάσουμε τη χρηματοδότηση με την αλλαγή με τη μεταρρύθμιση.
Δε θα ήθελα εγώ να σας κουράσω περισσότερο και να σας πω περισσότερα, πιστεύω ότι η κατεξοχήν αρμοδία για να σας πει αυτά τα πράγματα και να σας εξηγήσει το όραμα για την παιδεία όπως αυτό έχει προδιαγραφεί στον σχεδιασμό της Κυβερνήσεως, είναι η αξιότιμη Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων κυρία Μαριέττα Γιαννάκου, την οποία καλώ στο βήμα.
Σας ευχαριστώ πολύ.

Μ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ: Πανοσιολογιότατε, κύριοι Πρυτάνεις, στελέχη της εκπαίδευσης, κυβερνητικά στελέχη, αγαπητοί φίλοι, ένα χρόνο μετά την τελευταία ομιλία και συζήτηση που κάναμε εδώ με παρούσα όλη την Πολιτική Ηγεσία του Υπουργείου όπως και σήμερα, τον Υφυπουργό κύριο Καλό, τον Γενικό Γραμματέα κύριο Καραμάνο, τους Ειδικούς Γραμματείς, νομίζω ότι μπορούμε να ξαναδούμε την υπόθεση σα να είχαμε συνάψει ένα είδος συμβολαίου και να δούμε τι είχαμε κάνει από τότε μέχρι σήμερα.
Φυσικά η παιδεία και η εκπαίδευση βρίσκονται στο επίκεντρο κι όχι μόνο της χώρας αλλά σε όλο τον κόσμο, ακριβώς γιατί οι επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις είναι καταλυτικές, η κοινωνία της γνώσης κυριαρχική, ήδη στην Ευρωπαϊκή Ένωση από τη Συνθήκη της Λισσαβόνας και τις κατευθυντήριες γραμμές και βέβαια γιατί τα πράγματα το επιτάσσουν.
Είναι προφανές ότι η ταχύτητα στο πεδίο της κοινωνίας της γνώσης αλλά και της πληροφορίας είναι τόσο πολύ μεγάλη, ώστε τα συστήματα δυσκολεύονται να προσαρμοστούν. Υπάρχει ένα βασικό ιδεολογικό ερώτημα: Είναι ανάγκη να προσαρμοστούν θα μπορούσε να πει κανείς. Είναι ανάγκη δηλαδή τα συστήματα εκπαίδευσης να προσαρμόζονται στις επιστημονικές εξελίξεις που μπορεί να μην αγγίζουν το παγκόσμιο σύστημα ή τον τελευταίο πολίτη αυτής της γης ή να προσαρμόζονται στις εξελίξεις που έχουν σχέση με τις οικονομίες, με την παγκοσμιότητα ή την παγκοσμιοποίηση; Ή είναι ανάγκη να ταυτίζονται μαζί τους;
Εδώ υπάρχουν ιδεολογικές διαφορές κι αυτό είναι σίγουρο. Υπάρχουν ορισμένοι που ισχυρίζονται πως μπορούμε προκλητικά θα έλεγα να αγνοήσουμε το διεθνές γίγνεσθαι σε αυτά τα επίπεδα, διότι μπορούμε να δημιουργήσουμε το δικό μας σύστημα όπως εμείς το εννοούμε και το ξέρουμε. Υπάρχουν άλλοι που ισχυρίζονται ότι πρέπει να ταυτιζόμαστε αυτόματα με κάθε νέο δεδομένο που υπάρχει, ακόμα και στην κοινωνία της πληροφορίας κι όχι κατ΄ ανάγκην της γνώσης, διότι αλλιώς θα μείνουμε πίσω.
Έχω την εντύπωση ότι δεν μπορούμε να κάνουμε ούτε τελείως το ένα ούτε τελείως το άλλο. Και σίγουρα δεν μπορούμε να κάνουμε τελείως το δεύτερο γιατί δεν μπορούμε να το κάνουμε, είναι πολύ απλό, ακριβώς γιατί η παιδεία και η εκπαίδευση αγγίζει το σύνολο μίας κοινωνίας και το σύνολο της ανθρωπότητας. Όμως η εκπαίδευση και η κοινωνία της πληροφορίας και της γνώσης είναι και η μοναδική ευκαιρία γι αυτούς που δεν είχαν ευκαιρία μέχρι σήμερα.
Δηλαδή συζητώντας για το παγκόσμιο σύστημα είναι φανερό ότι η κοινωνία της γνώσης και της πληροφορίας είναι το μοναδικό εφαλτήριο των φτωχών αυτού του κόσμου. Κι αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον ισχυρισμό ορισμένων, ότι δηλαδή θα μπορούσαμε χωρίς να ασχοληθούμε καθόλου με τα νέα δεδομένα, να δημιουργήσουμε το δικό μας σύστημα και να επιβιώσουμε και να πάνε όλα καλά. Αυτό είναι αδύνατον.
Είναι λοιπόν σαφές ότι χρειάζονται συνεχείς μεταρρυθμίσεις και αλλαγές και το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι προς ποια κατεύθυνση. Μεταρρυθμίσεις και αλλαγές που θα περιλαμβάνουν αρκετή ευελιξία και δυνατότητες και στην οποία θα υπάρχει μεγάλη κοινωνική συμμετοχή και που θα υπηρετούν την κοινωνική συνοχή; Εγώ θα έλεγα ναι σε αυτό.
Μεταρρυθμίσεις και αλλαγές που μπορούν να επιβληθούν στο χώρο της εκπαίδευσης δεν υπάρχουν, αυτό όμως δε σημαίνει ότι μπορεί να αφήσει στην αδιαφορία πολλών, στις συγκρούσεις και στις διαφορετικές προσεγγίσεις επιστημονικών δεδομένων, πράγμα που δεν επιτρέπεται κατά βάσην, την εξέλιξη της παιδείας και της εκπαίδευσης.
Έτσι έχει ρόλο το κράτος. Βέβαια το κράτος επικρίνεται κάθε φορά ότι δεν μπορεί να κάνει το άλφα ή το βήτα, να επιβάλλει εκείνο ή το άλλο και την ίδια στιγμή του ζητείται να μην παρεμβαίνει στις διαδικασίες που έχουν σχέση με την εκπαίδευση και ιδιαίτερα με την ανώτατη εκπαίδευση που είναι χώρας έρευνας και επιστήμης.
Εγώ νομίζω ότι ο καλύτερος τρόπος να συνεννοηθούμε βέβαια είναι να οριοθετήσουμε από πλευράς ορολογίας τι είναι ποιο. Το λέω γιατί είναι των ημερών και της τελευταίας διετίας η συζήτηση γύρω από την ανώτατη εκπαίδευση, με αρκετές επικρίσεις γιατί η Κυβέρνηση δίνει δήθεν μεγαλύτερη έμφαση σε αυτή και δεν αρχίζει από τις πρώτες βαθμίδες.
Και θέλω να απαντήσω αυτό το ερώτημα αμέσως. Νομίζω ότι το μόνο σύστημα που μπορεί να έχει γερά πόδια είναι να εκπαιδεύσει κανείς τους Εκπαιδευτές. Και υπό αυτή την έννοια προηγείται η ανώτατη εκπαίδευση χωρίς δεύτερη συζήτηση. Η ανώτατη εκπαίδευση βεβαίως, τα πανεπιστήμια αν θέλετε, ο τεχνολογικός τομέας, έχουν σχέση με την έρευνα και την επιστήμη και η επιστήμη είναι σκληρή και αδυσώπητη.
Εγώ προσωπικά πιστεύω ότι το εκπαιδευτικό σύστημα και η παιδεία γενικότερα είναι σχεδόν επιστημονική υπόθεση. Φυσικά είναι πολιτικό ζήτημα, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν είναι δυνατόν να γίνει κάτι καλύτερο για τους πολλούς, γιατί η εκπαίδευση είναι και μηχανισμός αναδιανομής του εισοδήματος ή ήταν ισχυρότερο στο παρελθόν και δεν είναι πια τόσο πολύ, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να γίνει κάτι για τους πολλούς αν αυτά που κάνουμε έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα επιστημονικά δεδομένα.
Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι αυτό είναι πολύ λίγο πολιτικό κι ότι δήθεν υπάρχουν μαγικοί τρόποι για να απαντήσουμε στα προβλήματα. Αλλά η σημερινή Πολιτική Ηγεσία του Υπουργείου δεν το πιστεύει αυτό, πιστεύει ότι τα πράγματα πρέπει να αλλάξουν, γνωρίζουμε προς ποια κατεύθυνση πρέπει να αλλάξουν κι έχει φανεί προς ποια κατεύθυνση πρέπει να αλλάξουν κι όχι γιατί το εμπνευστήκαμε εμείς, αλλά γιατί ένας μακρύς χρονικά διάλογος μιας ολόκληρης διετίας, σε φόρα που δεν έχουν κανένα κομματικό χρώμα, όπως το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας του οποίου τον Πρόεδρο κύριο Βερέμη έχω απέναντί μου, τη Σύνοδο Πρυτάνεων που νομίζω για πρώτη φορά επί της ουσίας πήρε συγκεκριμένη θέση στα βασικά ζητήματα για το τι πρέπει να αλλάξει.
Ένα πλήθος στελεχών, μελών ΔΕΠ, πολιτών, ομάδων, που θέλουν τα πράγματα να αλλάξουν προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ποια είναι η κατεύθυνση; Πρώτα-πρώτα η ποιότητα στην εκπαίδευση, η οποία πρέπει να είναι μετρήσιμη. Δεύτερον η χρησιμοποίηση καλών πρακτικών από άλλα επιτυχημένα μοντέλα. Τρίτον η διεθνοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης γιατί η επιστήμη και η γνώση δεν έχουν σύνορα και όποιος το πίστεψε μέχρι σήμερα σε επίπεδο καθεστωτικό είναι γνωστό ότι κατέρρευσε. Έτσι το έχει καταγράψει η ιστορία.
Κατά συνέπεια, πρέπει να κινηθούμε όχι μόνο επειδή έχουμε δεσμεύσεις από το 1999 με τη Συνθήκη της Μπολόνια, γιατί τίποτα τυχαίο δε γίνεται διεθνώς αν δεν προκληθεί από συγκεκριμένες κινήσεις και συνήθως αν κάτι είναι τελείως παράλογο είναι αμφίβολο αν θα μπορέσουν να συμφωνήσουν πάρα πολλοί. Εδώ έχουν συμφωνήσει λοιπόν πάρα πολλοί, γι αυτό και το Υπουργείο Παιδείας θεώρησε ως πρώτη προτεραιότητα και επί της ουσίας.
Αλλά και σε επίπεδο διεθνών σχέσεων και επικοινωνίας, να κάνει το καθήκον του, δηλαδή να περάσει το Σχέδιο Νόμου για τη δια βίου εκπαίδευση, που έχει αρχίσει να εφαρμόζεται και μάλιστα στα επίπεδα μέχρι την έναρξη της ανώτατης εκπαίδευσης να έχει αυξηθεί κατά 1665% και την περίφημη ποιότητα στην εκπαίδευση τις πιστωτικές μονάδες και το συμπλήρωμα διπλώματος δηλαδή την αξιολόγηση.
Θέλω να ευχαριστήσω από αυτό το βήμα και την Ανώτατη Αρχή Αξιολόγησης της οποίας τα στελέχη είναι εδώ και ο Πρόεδρος κύριος Αμούργης, αλλά και τους Πρυτάνεις και τους Πανεπιστημιακούς, που έχουν δείξει έμπρακτα τη διάθεσή τους να μετράνε τον εαυτό τους και το έργο τους, για να μπορούν να αλλάζουν τα πράγματα, για να μπορούν να τα διορθώνουν, για να μπορούν να πηγαίνουν μπροστά.
Κι αυτό θα γίνει. Όχι μόνο γιατί δε θα μπορούμε να το αποφύγουμε, αλλά γιατί πιστεύω ότι η επιστημονική μας κοινότητα δε διαφέρει δα και τόσο πολύ ούτε στη γνώση, ούτε στην ευφυΐα, ούτε στη βούληση και τη δύναμη να πάει μπροστά από άλλες επιστημονικές κοινότητες άλλων ανεπτυγμένων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι κάτι λοιπόν που παρά τις αντιδράσεις είναι βέβαιο ότι θα γίνει.
Από την άλλη πλευρά το ζήτημα της έρευνας έχει τεθεί επί τάπητος και είναι κάτι για το οποίο συζητάμε με το Υπουργείο Ανάπτυξης και πρέπει να αλλάξει. Ένα όμως είναι σίγουρο, ότι στο χώρο της έρευνας το Υπουργείο Παιδείας θα έχει ενεργότερο, να μην πω τον ισχυρότερο ρόλο. Και θέλω να σας πω ότι στο νέο Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης στη νέα προγραμματική περίοδο που αποτελεί το 14% του Δ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης στην τελευταία περίοδο ήταν το 7,8% αυτά που πήρε το Υπουργείο Παιδείας και θα υπάρχουν τουλάχιστον 420 εκατομμύρια ευρώ που θα δοθούν απευθείας από το Υπουργείο Παιδείας για την έρευνα στα ανώτατα ιδρύματα.
Χωρίς αυτό να περάσει από άλλες διόδους, θα είναι έρευνα και βασική και κάθε φύσεως έρευνα, που θα δοθεί από το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας. Θα έχουμε μετρήσιμα αποτελέσματα, θα εφαρμόσουμε προγράμματα και θα δώσουμε την ευκαιρία και με τις νέες κινήσεις που γίνονται στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να μπορέσουν να αποδείξουν τον καλό τους εαυτό τα πανεπιστήμια και οι Πανεπιστημιακοί στην Ελλάδα.
Είναι περίεργο πως υπάρχουν τόσες επικρίσεις για τα ανώτατα ιδρύματα τα τελευταία τρία χρόνια, ενώ ταυτόχρονα κατά μόνας πολλές προσωπικότητες θεωρούνται σπουδαίες στον διεθνή χώρο. Είναι φανερό τι πάσχει: Το θεσμικό πλαίσιο; Σε κάποιο βαθμό ναι, αλλά και το θεσμικό πλαίσιο του ΄82 ποτέ δεν εφαρμόστηκε πλήρως.
Το γενικότερο σύστημα που περιλαμβάνει τη διάθεση όλων να φέρουν στα μέτρα τους, τους θεσμούς, αντί να προσαρμόσουν τον εαυτό τους στους θεσμούς; Ενώ όταν βρισκόμαστε έξω από τη χώρα σε πιο αυστηρά συστήματα, σε πιο διαχρονικά συστήματα, σε πιο παραδοσιακά συστήματα με την έννοια ότι έχουν πολύ περισσότερα χρόνια ζωής τα δημοκρατικά συστήματα, λειτουργούμε αλλιώς;
Είτε το ένα είναι, είτε το άλλο, πρέπει όλοι ή μάλλον όλοι όσοι μπορούμε και θέλουμε να αλλάξουμε τα πράγματα, γιατί μπορούμε να κάνουμε περισσότερα και μπορούμε να κάνουμε καλύτερα, αυτό είναι σίγουρο.
Στην τελευταία τριετία η Κυβέρνηση, η οποία είχε πολύ συγκεκριμένο πρόγραμμα, προσπάθησε να εφαρμόσει το μεγαλύτερο δυνατό κομμάτι από το πρόγραμμά της. Έτσι 17 νόμοι οι οποίοι ήρθαν με πρόταση του Υπουργείου Παιδείας αυτή τη στιγμή εφαρμόζονται. Κυρίως όμως, όπως είπα πριν στο χώρο της ανώτατης για μας έχει σημασία μία συνολική παρέμβαση, η οποία περιλαμβάνει το νέο σύστημα αναγνώρισης των τίτλων σπουδών απαλλαγμένο από παλιές αμαρτίες του παρελθόντος, τις οποίες όλοι γνωρίζουμε.
Τη δια βίου μάθηση για την οποία περιμένουμε πολλά από τα πανεπιστήμια και τα τεχνολογικά ιδρύματα και σας καλούμε να επιταχύνετε τις διαδικασίες. Το Διεθνές Πανεπιστήμιο που δημιουργήθηκε στη Θεσσαλονίκη και που θα αρχίσει το Σεπτέμβρη με μεταπτυχιακά προγράμματα. Τη δυνατότητα μεγαλύτερης διεθνοποίησης των μεταπτυχιακών, αλλά και των πανεπιστημίων μας να διδάσκουν σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα, το άνοιγμα δηλαδή του χώρου.
Οι νέες προσπάθειες για την έρευνα που θα συνδυάζει και κάποιες κατευθυντήριες γραμμές, ώστε να μην κάνουν όλοι το ίδιο πράγμα χωρίς αποτέλεσμα, αλλά και ένα νέο νόμο για τα μεταπτυχιακά που θα ανοίγει τελείως το πεδίο και θα δίνει πολύ μεγάλες ελευθερίες. Και την αλλαγή του εκτελεστικού νόμου του Συντάγματος, του νόμου-πλαισίου προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση. Δηλαδή προς πραγματικά πλήρη αυτοδιοίκηση, προς τετραετίες συμφωνίες, προς κοινωνική λογοδοσία με πολύ συγκεκριμένους κανόνες και αρχές, και προς την κατεύθυνση του να υπάρξει μία άσκηση πραγματικά για τα ανώτατα ιδρύματα αν θα τα καταφέρουν ή όχι.
Θέλω να σας πω με πολλή ειλικρίνεια ότι εγώ δεν είμαι βέβαιη ότι όλα θα γίνουν όπως πρέπει, αλλά η κυβερνητική απόφαση είναι προς την πλήρη αυτοδιοίκηση. Επομένως θα περάσουμε τις ευθύνες στα ανώτατα ιδρύματα, ευθύνες που δεν είχαν μέχρι σήμερα και πρέπει να τις αναλάβουν. Έχω την εντύπωση ότι είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσει κανείς να αναλάβει αυτά που προηγουμένως στέλναμε στο Υπουργείο για έλεγχο νομιμότητας τον οποίον μπορούσαμε να κάνουμε οι ίδιοι.
Σας μιλάω λοιπόν πολύ ξεκάθαρα, θα υπάρξουν οικονομικές ευελιξίες, απόλυτη αυτοδιοίκηση, φυσικά θα υπάρξει κοινωνική λογοδοσία στη Βουλή, στην Κυβέρνηση και στον ελληνικό λαό. Θα πρέπει να υπάρξει διαφάνεια σε όλα και θα πρέπει να βρείτε τον τρόπο να τα λένε όλοι όλα μπροστά σε όλους, έτσι όπως κάνουμε στο Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας και ήταν μια εξαιρετική άσκηση που μας δείχνει πως μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τον καλύτερό μας εαυτό για το μέλλον.
Έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη στην επιστημονική επάρκεια των Πανεπιστημιακών. Απόλυτη εμπιστοσύνη. Είχαμε πολλά ερωτηματικά σε αυτό το διάστημα, όχι μόνο εμείς και πολλοί άλλοι, στη δυνατότητά τους την επιστημονική επάρκεια να τη συνδυάσουν με τη βούληση καθώς είχαν αντιδράσεις ακόμα και σε αυτονόητα πράγματα. Καθώς πολλά από τα πράγματα που γίνονταν στο χώρο των πανεπιστημίων δεν είχαν σχέση με το χώρο που καταλαμβάνει ο ορθολογισμός, αλλά βρίσκονταν έξω από αυτόν.
Φυσικά και αυτό το περιθώριο υπάρχει στα πανεπιστήμια, φυσικά και ο ανοιχτός διάλογος υπάρχει στα πανεπιστήμια και το έξω από τα όρια υπάρχει στα πανεπιστήμια όταν συμβεί. Αυτό που δεν υπάρχει σε άλλα πανεπιστήμια του κόσμου είναι το έξω από τα όρια επιβεβλημένο και οργανωμένο. Αυτό δε λέγεται ελεύθερη διακίνηση ιδεών, ούτε ακαδημαϊκή ελευθερία.
Λοιπόν, κυρίες και κύριοι Πανεπιστημιακοί Πρυτάνεις και τα λοιπά, πολύ σύντομα θα σας δώσουμε την τελική πρόταση. Ξέρετε ότι συζητάμε με όλους και θα τα πάρετε όλα στα χέρια σας και μένει να το αποδείξετε. Το Υπουργείο θα ασχοληθεί με άλλα πράγματα.
Θα ασχοληθεί παραδείγματος χάρη με την πλήρη και απόλυτη εφαρμογή του νέου επαγγελματικού λυκείου και της αλλαγής που κάναμε στο χώρο του λυκείου, θέλοντας να δώσουμε την πραγματική αυταξία στο λύκειο, κάνοντας το πρώτο βήμα με τις εξετάσεις που μεταφέρθηκαν στην τελευταία τάξη του λυκείου και προγραμματίζοντας για το μέλλον μεγαλύτερο ρόλο στα πανεπιστήμια σε σχέση με τις πανελλήνιες εξετάσεις, αφού ως προϋπόθεση τεθεί το ότι θα μείνει αλώβητη η έννοια του αδιαβλήτου, διότι όλοι γνωρίζουμε γιατί αλλάξανε κάποτε τα πράγματα που ήταν στα πανεπιστήμια. Κι αυτό δεν αποτελεί αιχμή για κανέναν, αλλά μιλώ για τους κανόνες του παιχνιδιού.
Το επαγγελματικό λύκειο μας δίνει πολλές προοπτικές και ελπίδες, γιατί μπορεί να δώσει πάρα πολύ μεγάλες ευκαιρίες μαζί με τη δια βίου μάθηση να μπορεί κανείς να κινηθεί πιο ευέλικτα στα διάφορά επίπεδα εκπαίδευσης, χωρίς απόλυτες συμβατικότητες και ταυτόχρονα μέσω των αλλαγών που φυσικά θα τις ξέρει κανείς τουλάχιστον τρία χρόνια πριν.
Που αυτό είναι κάτι που θα συζητήσουμε μετά τις εκλογές εφόσον ο λαός προκρίνει αυτή την Κυβέρνηση, γιατί αν είναι άλλη Κυβέρνηση φυσικά θα εφαρμόσει το δικό της πρόγραμμα. Αλλά επιτρέψτε μου να έχω μια αρκετή βεβαιότητα ότι θα διαχειριστούμε πάλι μαζί όπως το κάναμε μέχρι σήμερα. Εκεί θα δώσουμε πάρα πολύ μεγάλο βάρος, θα μπορεί κανείς να έχει πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση και σε μεγαλύτερη ηλικία, θα μπορεί να χρησιμοποιεί τις υποδομές της δια βίου μάθησης, θα μπορεί εντέλει να παίρνει γνώση πληροφορία, κυρίως γνώση, κι επομένως δύναμη κοινωνική από πολλές πλευρές.
Ποιος είναι ο τελικός στόχος; Θέλουμε να διατηρήσουμε το κοινωνικό μοντέλο στο χώρο της Ευρώπης και στην Ελλάδα και θέλουμε να διατηρήσουμε και να ενισχύσουμε την κοινωνική συνοχή. Διαφορετικά δε θα είχαμε ασχοληθεί με τόση επιμονή και σε τόσο βάθος με τα ζητήματα αυτά.
Θέλουμε ταυτόχρονα να δώσουμε μεγαλύτερες ευκαιρίες επικοινωνίας σε όλους τους Έλληνες, γι αυτό και φέραμε δύο ξένες γλώσσες ως δεύτερη γλώσσα, τα γερμανικά και τα γαλλικά στην πέμπτη δημοτικού για πρώτη φορά φέτος. Και νομίζω ότι θα μπορούμε να μιλήσουμε πέντε χρόνια μετά για πέντε γλώσσες και με την ελληνική έξι στα σχολεία της χώρας, ελπίζοντας ότι θα καταφέρουμε, σε βάθος χρόνου φυσικά, τα παιδιά κατά βάση να μαθαίνουν μια ξένη γλώσσα σε ένα καλό δημόσιο σχολείο, όπως και να παίρνουν γνώσεις σε ένα καλό δημόσιο πανεπιστήμιο.
Ταυτόχρονα κυρίες και κύριοι ζητήματα που έχουν σχέση με τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού σε όλο τον κόσμο είναι θέματα προτεραιότητας. Νομίζω ότι κι εκεί πάμε καλά. Δεν υπάρχει απλώς ενδιαφέρον για την ελληνική γλώσσα, αλλά πια η ελληνική γλώσσα και το κρατικό πιστοποιητικό γλωσσομάθειας είναι μέσα στα ευρωπαϊκά προσόντα και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, ενώ ταυτόχρονα βλέπουμε λύκεια της Ρώμης παραδείγματος χάρη να θέτουν την ελληνική γλώσσα ως δεύτερη γλώσσα τους.
Οι προσπάθειες αυτές μαζί με το Υπουργείο Πολιτισμού και το Υπουργείο Εξωτερικών που γίνονται σε όλο τον κόσμο, γιατί το Ελληνικό Κράτος παρέχει ελληνική παιδεία σε όλο τον κόσμο, έχουν αρχίσει να τελεσφορούν. Και θέλω να σας πω ότι είμαστε ίσως η μόνη χώρα που χρηματοδοτεί επίσημα από το Υπουργείο Παιδείας την ελληνομάθεια σε όλο τον κόσμο με 100 περίπου εκατομμύρια ευρώ.
Να σημειώσω ότι το Ισραήλ δεν έχει δώσει ποτέ ούτε ένα ευρώ για την παιδεία στο εξωτερικό, γιατί το κάνουν μόνοι τους. Αυτό δε σημαίνει ότι το κράτος θα σταματήσει αυτή τη χρηματοδότηση, αλλά θέλω να σημειώσω επειδή ακούγονται πολλά για τη χρηματοδότηση και μέσω της χρηματοδότησης εφαρμόζονται οι πολιτικές φυσικά, ότι όσα ακούγονται δεν είναι αλήθεια.
Βεβαίως χρειάζονται πολύ περισσότερα χρήματα, αλλά κυρίες και κύριοι προχθές μου ήρθε η νέα εκτίμηση του ΟΟΣΑ για τη χρηματοδότηση της ανώτατης εκπαίδευσης και η Ελλάδα δίνει 1,3% του ακαθαρίστου εγχωρίου προϊόντος από εθνικούς πόρους, οι Ηνωμένες Πολιτείες 1,2% και όλες οι ευρωπαϊκές χώρες κατά μέσο όρο 1%. Η Ιταλία δίνει 0,88% του ακαθαρίστου εγχωρίου προϊόντος, αν τα μετράμε σε αυτή τη βάση.
Αν προσθέσουμε τα χρήματα που δίνονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση 960 εκατομμύρια ευρώ στην τελευταία πενταετία στην ανώτατη εκπαίδευση και τα χρήματα της έρευνας, μάλλον είμαστε πάρα πολύ καλά. Που είναι το πρόβλημα; Ότι κατά βάσην τα ανώτατα ιδρύματα έχουν μόνο έξοδα και ελάχιστα έσοδα, για να μην πω καθόλου. Ενώ τα ανώτατα ιδρύματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις χώρες που θεωρούνται πολύ πιο ισχυρές από πλευράς παραδόσεως γνώσεων και τα λοιπά, υπάρχουν και έσοδα.
Θα έλεγε κανείς μα θέλετε να κάνουμε επιχειρηματικές σχέσεις με τον ιδιωτικό τομέα; Κατ΄ αρχήν θέλω να σας πω ότι αυτή η νοοτροπία την οποία διακινούν μερικοί ότι ο ιδιωτικός τομέας είναι κακό πράγμα, λες και το Σύνταγμά μας δε λέει για "το σεβασμό της προσωπικότητας της περιουσίας του ατόμου" και τα λοιπά ή δεν προβλέπει κάτι τέτοιο, δεν είναι σοβαρή προσέγγιση.
Εγώ λέω ότι θα δοθούν χρήματα για την έρευνα πολύ περισσότερα παραδείγματος χάρη και απαιτούμε από τα ανώτατα ιδρύματα αυτό να έχει και αντίκρισμα και κοινωνικό αποτέλεσμα. Όχι να βγάλουν χρήματα τα πανεπιστήμια, αλλά να έχει κοινωνικό αντίκρισμα στο λαό. Καινοτομίες, ευρεσιτεχνίες, να χρησιμοποιηθούν, να μπορούμε να παράγουμε και να έχουμε αντίκρισμα. Όχι μόνο να παράγει το μυαλό μας επιστημονικά, αλλά να έχουμε και πρακτικά αποτελέσματα.
Φυσικά και θα μεγαλώσει η χρηματοδότηση. Παραδείγματος χάρη στα επίπεδα των υποτροφιών, των ευκαιριών που πρέπει να δώσουμε στους νέους ανθρώπους δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Αλλά δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι το περί υποχρηματοδότησης γενικότερα της ανώτατης εκπαίδευσης είναι ψεύδος.
Και φυσικά δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία για διάφορες κακοδαιμονίες, διότι είναι σαν αυτό που ισχυρίζονται μερικοί ότι δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους γιατί δεν πληρώνονται καλά. Μπορεί κανείς να αντιδράσει αν δεν πληρώνεται καλά, αλλά να αντιδράσει μην κάνοντας καλά τη δουλειά του αυτό είναι και επιλήψιμο και απαράδεκτο και νομίζω ότι εκεί πρέπει να σταθούμε.
Είναι πολύ σημαντικό να επισημάνω ότι η Κυβέρνηση αυτή έχει ως προτεραιότητα την υπόθεση της παιδείας και της εκπαίδευσης. Προτεραιότητα που είναι έξω από στενές κομματικές αντιλήψεις, επιδιώξεις εκλογικές, γιατί αυτό έχει σχέση με πολύ βαθιές πεποιθήσεις του Πρωθυπουργού της χώρας που έχει τοποθετηθεί επανειλημμένα, αλλά και αυτών που έχουν σήμερα την πολιτική ευθύνη του Υπουργείου Παιδείας.
Νομίζω ότι είναι ευκαιρία λοιπόν να αλλάξουμε όλοι μαζί τα πράγματα, να χτίσουμε και να προσθέσουμε σε αυτό που έχει γίνει ήδη μέχρι σήμερα. Να αξιολογήσουμε πολιτικές του παρελθόντος και να αλλάξουμε τα πράγματα προς το καλύτερο, γιατί κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι τίποτα από ότι έγινε στο παρελθόν δεν ήταν καλό.
Μπορούμε όμως να ισχυριστούμε βάσιμα ότι στο παρελθόν δεν ανελήφθη η πολιτική ευθύνη από το φόβο των συγκρούσεων και του πολιτικού κόστους κι αυτό είναι αποδεδειγμένο. Και μόνο από τη Συμφωνία της Μπολόνια που υπεγράφη το 1999 και μέχρι το 2004 δεν είχε γίνει ούτε μία κίνηση, ούτε μία συζήτηση και μάλλον η γραμμή ήταν "μη μιλάει κανείς γι αυτό". Λοιπόν διεθνείς συμφωνίες, αλλαγές, πράγματα που έτσι κι αλλιώς θα τα μάθει ο κόσμος, έτσι κι αλλιώς θα τα χρησιμοποιήσουν οι επιστήμονες, δεν μπορεί να γίνουν εν κρυπτώ.
Βρισκόμαστε μπροστά σε μία κατάσταση που κάποιοι αντιδρούν, αλλά η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα, έχει όλους τους τρόπους να κάνει αυτό που πρέπει να κάνει και στη δημοκρατία η οποία είναι κοινοβουλευτική υπάρχει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, έχουμε δώσει όλες τις ευκαιρίες στην Αντιπολίτευση, μα όλες, να συμμετάσχει στον διάλογο και να κάνει προτάσεις. Και υπάρχει και ο ελληνικός λαός φυσικά ο οποίος δείχνει και από τις έρευνες της κοινής γνώμης πόσο θέλει και επιθυμεί μια καλύτερης ποιότητας παιδεία και εκπαίδευση για τα παιδιά του.
Δεν έχουμε την ψευδαίσθηση ότι με την αλλαγή της νομοθεσίας αλλάζουν όλα. Χρειάζεται χρόνος, χρειάζεται βούληση και επιμονή και αυτό που χρειάζεται επίσης είναι να θέλουμε να εφαρμόσουμε τους νόμους που ψηφίζει η Ελληνική Βουλή. Πολλές φορές υπάρχει η αντίληψη ότι ένας νόμος είναι είτε για να έχει παράθυρα, είτε για να μην εφαρμόζεται και να φαλκιδευτεί.
Θέλω να σας πω επίσημα ότι η παρούσα Πολιτική Ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας δεν ανέχεται την μη εφαρμογή των νόμων, ακόμη κι αν είναι κακοί. Κι εδώ θέλω να είμαι απολύτως κατηγορηματική. Και αυτό θα ισχύει και στο μέλλον, γιατί ισχύει για την παρούσα Κυβέρνηση. Αυτό σημαίνει ότι ό,τι θέλουμε να αλλάξουμε μπορούμε να το αλλάξουμε.
Όσο δεν το έχουμε αλλάξει θα είναι αυτό που είναι, θα το εφαρμόζουμε όλοι, γιατί σε τελευταία ανάλυση ο άνθρωπος είναι το αγριότερο των ζώων. Μόνο η κοινωνική συγκρότηση και οι θεσμοί του επιβάλλουν τον σεβασμό προς τους άλλους.
Κι επειδή μέσα από την εκπαίδευση και την παιδεία περνά η αίσθηση περί ατομικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων που ήδη έχουμε ιδιαίτερο πρόγραμμα στα σχολεία κι αυτό αν θέλετε ήταν και ένα προσωπικό μου στοίχημα από παλιά όταν ρωτούσα τους Υπουργούς Παιδείας γιατί δεν το έχουν κάνει.
Επειδή ακριβώς θέλουμε να ολοκληρώνεται και η προσωπικότητα των παιδιών μέσα στο σχολείο, δεν μπορούμε βέβαια να αναλάβουμε όλα τα προβλήματα της οικογένειάς όπως μας ζητούν πολλές φορές υποκριτικά οι ίδιοι άνθρωποι που ισχυρίζονται ότι παρεμβαίνουμε στην εκπαίδευση.
Όταν συμβαίνει κάτι μας ζητούν να υποκαταστήσει η εκπαίδευση την οικογένεια και όλα τα υπόλοιπα. Αυτό δεν μπορεί να γίνει, μπορούμε όμως να στηρίξουμε την κοινωνική συνοχή μέσα από το σχολείο κι αυτό χρειάζεται μια μακριά προσπάθεια επιμόρφωσης και επανάληψης πραγμάτων και συνεργασίας με τους Εκπαιδευτικούς, μια προσπάθεια που έχουμε αναλάβει με πολύ μεγάλη ένταση. Τα αποτελέσματά της φυσικά θα τα δούμε.
Εν ολίγοις χρειάζεται αποτίμηση αξιολόγηση όλου του εκπαιδευτικού έργου που παράγεται και ταυτόχρονα να επιδιώκουμε την όλο και καλύτερη ποιότητα. Αυτό θέλει επένδυση σε ανθρώπινο δυναμικό, μέσα από την ανώτατη εκπαίδευση και την επιμόρφωση, αυτό θέλει συνεχή διάλογο, κάτι το οποίο θεσμοθετημένα μάλιστα δεν έχουμε μάθει πολύ στην Ελλάδα.
Λένε ορισμένοι ότι "δεν έχουμε κουλτούρα διαλόγου", που έμμεσα έχουμε γιατί μιλάμε πολύ, συζητάμε πολύ όλοι για όλα. Αλλά θεσμοθετημένης διαβούλευσης κουλτούρα δεν έχουμε. Η πρώτη απόπειρα τέτοια υπήρξε η συζήτηση στο Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας στη Σύνοδο Πρυτάνεων και αλλού και μέσα από το site του Υπουργείου και αυτό σημαίνει ότι κάποιοι άνθρωποι έχουν τη βούληση να αλλάξουν και αυτό, τις διαδικασίες μέσω των οποίων μπορούμε να φτάσουμε σε μία συμφωνία χωρίς να υπάρχει κάθε φορά το πρόσχημα είτε των κομματικών πεποιθήσεων, είτε των διαφορών προσεγγίσεων, είτε των διαφόρων προσωπικών σχέσεων που πολλές φορές μας επηρεάζουν έντονα στην Ελλάδα.
Έναντι αυτών των ας πούμε "ελαττωμάτων" που το λέμε πολλές φορές ως ελαττώματα της ελληνικής φυλής, νομίζω ότι έχουμε πάρα πολλά πλεονεκτήματα κυρίες και κύριοι που μπορούν να μας βοηθήσουν να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει.
Πέραν της ευφυΐας του ελληνικού λαού η οποία είναι δεδομένη αλλά η οποία πρέπει να επενδυθεί μέσα από ένα σωστό σύστημα εκπαίδευσης, είναι φανερό ότι ο ελληνικός λαός είναι και συναισθηματικός έντονα και φιλικός σε κάθε πρόβλημα και προσπαθεί να διατηρήσει την κοινωνική συνοχή σε μια χώρα που δεν υπήρξαν δεδομένες κοινωνικές και οικονομικές τάξεις όπως σε άλλες χώρες της Ευρώπης, που είχαν άλλωστε δημοκρατία από πάρα πολύ παλιά, αλλά και σε αυτές τις χώρες σήμερα το πράγμα αλλάζει.
Νομίζω ότι το στοίχημα είναι πως θα φέρουμε την παιδεία και την εκπαίδευση πάλι στο προσκήνιο, δίνοντάς της ρόλο στην αναδιανομή του εισοδήματος και στην κοινωνική συνοχή. Στη διατήρηση πάση θυσία του κοινωνικού μοντέλου ενώ θα επωφελούμεθα από τα αγαθά της παγκοσμιότητας, της οικονομικής ανάπτυξης, των νέων δεδομένων, της κοινωνίας της γνώσης και όλων αυτών.
Είναι μία πάρα πολύ δύσκολη άσκηση, που κανείς δεν ξέρει αν τελικά θα είναι απόλυτα επιτυχημένη. Παραδείγματος χάριν για τις διεθνείς συνεργασίες χρειάζεται ισχυρή κυβερνητική βούληση, χρειάζονται ισχυρές Κυβερνήσεις, για να περάσει η οικονομική παγκοσμιοποίηση χρειάζονται πιο άβουλες Κυβερνήσεις. Ενώ ταυτόχρονα όλοι αναγνωρίζουμε ότι το φιλελεύθερο οικονομικά σύστημα με το κοινωνικό μοντέλο, δηλαδή η κοινωνική οικονομία της αγοράς είναι αυτό που είναι πιο πρόσφορο για τους ανθρώπους του σήμερα.
Λοιπόν σε αυτή τη δύσκολη άσκηση σας καλούμε να συμμετάσχετε, μέσα από έναν προγραμματισμό του Υπουργείου Παιδείας και της Κυβέρνησης, που ανταποκρίνεται στα νέα πρότυπα και δεδομένα και που αν κάνουν έχει λάθος θα δίνεται πάντα η ευκαιρία να συμβάλλετε.
’λλωστε είπαμε από την πρώτη στιγμή όταν θέσαμε όλα τα ζητήματα στον εθνικό διάλογο ότι η Κυβέρνηση αυτή παρότι έχει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα είναι διατεθειμένη ακόμη και να εξέλθει των ορίων του προγράμματός της, όχι φυσικά σε ζητήματα δικαιωμάτων ατομικών και τα λοιπά, αλλά μπορεί να βγει έξω από τα όρια του προγράμματός της αν μπορούσαμε να συμφωνήσουμε όλοι και τα πολιτικά κόμματα τα κοινοβουλευτικά κόμματα σε ένα πρόγραμμα εικοσαετίας, που θα μας έδινε το περιθώριο να αποτιμήσουμε τα αποτελέσματα.
Πολλές φορές καλές πολιτικές και καλές πρακτικές επειδή δεν εφαρμόστηκαν ποτέ δεν μπόρεσαν να αποδείξουν τη δύναμή τους κι έτσι εμφανίστηκε ως αδυναμία, είτε η αλλαγή προσώπων, είτε η αλλαγή προγράμματος. Εδώ δε μιλάμε για πρόσωπα, μιλάμε για πρόγραμμα. Αλλά θέλω να σας πω κυρίες και κύριοι τελειώνοντας και ευχαριστώντας σας γιατί γνωρίζω ότι οι περισσότεροι από σας εδώ έχετε συμβάλλει ουσιαστικά, ότι μένουν ακόμα πολλά να κάνουμε.
Το να περάσει ο νόμος είναι κυβερνητική υπόθεση και υπόθεση πλειοψηφίας, το να κάνουμε αυτό το νόμο ένα νέο εφαλτήριο για τους νέους της πατρίδας μας είναι υπόθεση όλων μας. Το Υπουργείο Παιδείας έχει υποχρέωση να στηρίξει αυτή την κατεύθυνση, αλλά πιστεύω μέσα στο πλαίσιο μιας ατομικής ευθύνης και μιας ισχυρής βούλησης να κάνουμε τα πράγματα καλύτερα, να τα αλλάξουμε, να δώσουμε νέες ευκαιρίες, νέες προοπτικές, να πάμε μπροστά πέρα από συντηρητικές με την κακή έννοια προτάσεις και λύσεις, πέρα από την ακινησία, πέρα από αυτά που ξέραμε, χρειάζεται η συμβολή όλων σας.
Και αυτή σας ζητάω σήμερα ευθέως και στους Εκπαιδευτικούς όλων των επιπέδων και στα στελέχη που είναι εδώ μέσα και σε όλους όσους αισθάνεστε και νομίζω ότι είστε όλοι παρόντες ότι έχετε και ρόλο και τρόπο, γιατί ο τρόπος πάντα έχει σχέση με τη βούληση, με την προσπάθεια και τον κόπο ο οποίος έχει πάντοτε αποτέλεσμα.
Καμία υποχώρηση δεν πρέπει να κάνουμε σε ζητήματα που έχουν σχέση με την ποιότητα και επίσης καμία υποχώρηση δεν πρέπει να κάνουμε σε ζητήματα που έχουν σχέση με την ηθική και την παιδεία, γιατί εντέλει η αποτελεσματική πολιτική αλλά και η αποτελεσματική εκπαίδευση και παιδεία έχει απόλυτη σχέση κυρίες και κύριοι με την ηθική, όχι με την ηθικολογία όπως ισχυρίζονται μερικοί. Με την ηθική και τις αρχές. Και νομίζω ότι μέσα από τις αρχές μπορούμε να λειτουργήσουμε όλοι συμπληρωματικά.
Σας ευχαριστώ που με ακούσατε και θέλω να σας πω εν κατακλείδι ότι η βούληση είναι απόλυτη. Δεν υπάρχουν φόβοι γύρω από το πιο είναι το σωστό και ποιο είναι το λάθος. Ελάτε να συμβάλλετε ακόμα και μέχρι την τελευταία στιγμή σε όλες τις προσπάθειες στο να γίνει το σωστό σωστότερο, στο να αποφευχθούν τα λάθη.
Και να καλέσουμε όλους κι αυτούς που έχουν φόβους κι αυτούς που αντιδρούν, να δουν τα πράγματα πιο ουσιαστικά, σε μεγαλύτερο βάθος, γιατί ίσως και ορισμένοι απ΄ αυτούς να φοβούνται ή να έχουν παραπλανηθεί ή να μην έχουν τη σωστή πληροφόρηση. Ας εξαντλήσουμε λοιπόν τα όρια διαλόγου, τα όρια πληροφόρησης προς πάσα κατεύθυνση και νομίζω ότι εκεί θα έχουμε σχεδόν το σύνολο του ελληνικού λαού μαζί μας.
Ευχαριστώ πολύ.


ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ: Ευχαριστούμε πολύ την κυρία Υπουργό για μια εμπεριστατωμένη ομιλία, η οποία αποτελεί για όλους μας σίγουρα τροφή για τη σκέψη μας.